Απάντηση σε ερώτηση μαθητή
Η διδασκαλία των όρων head voice, chest voice κ.λπ. έχει χρησιμοποιηθεί για χρόνια και έχει βοηθήσει αμέτρητους τραγουδιστές να βρουν τη φωνή τους. Και δεν είναι τυχαίο—είναι ένας τρόπος να συνδέσουμε την αίσθηση με τον ήχο, κάτι που είναι απαραίτητο στη φωνητική εκπαίδευση.
Αυτό που προσπαθώ να κάνω στο SciPhonics είναι να προσθέσω σε αυτή τη διδασκαλία μια πιο λεπτομερή διάκριση των μηχανισμών που βρίσκονται πίσω από αυτές τις αισθήσεις.
Γιατί τελικά η ακουστική αντίληψη που έχουμε για τη φωνή μας είναι υποκειμενική και συχνά παραπλανητική.
Για παράδειγμα, όταν μιλάμε για «chest voice» και «head voice», μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα ότι δεν αναφερόμαστε κυριολεκτικά σε ηχητική παραγωγή μέσα στο στήθος ή το κεφάλι, αλλά σε διαφορετικά μοτίβα δόνησης των φωνητικών χορδών και σε μεταβολές στον τρόπο που ο φωνητικός σωλήνας ενισχύει συγκεκριμένες συχνότητες.
Δηλαδή το head voice και το chest voice δεν είναι η αιτία της φωνής, αλλά δευτερογενείς αισθήσεις που προκύπτουν από την επίδραση των ηχητικών κυμάτων στούς ιστούς και τα οστά.
Η φωνή, από επιστημονική άποψη, παράγεται αποκλειστικά από τις δονήσεις των φωνητικών χορδών, ενώ ο φωνητικός σωλήνας ( ο χώρος πάνω από τις φωνητικες χορδές- λάρυγγας, φάρυγγας, στοματική και συχνά η ρινική κοιλότητα) διαμορφώνει τον ήχο μέσω συντονισμού.
Η προσθήκη αυτής της οπτικής δεν αναιρεί την αξία της προηγούμενης διδασκαλίας, αντίθετα, προσφέρει ένα πιο ολοκληρωμένο πλαίσιο για ερμηνεία και να βελτίωση της φωνής.
Το να κατανοούμε και τις αισθήσεις αλλά και τη φυσική των ήχων, μας επιτρέπει να γινόμαστε πιο ευέλικτοι στην τεχνική μας και να επικοινωνούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια στο μάθημα της φωνής.
Επίσης, η συνοχή που έχουν οι επιστημονικές εξηγήσεις μας επιτρέπουν να συνδέουμε λειτουργίες φαινομενικά ασύνδετες.
Τι εννοούμε «διαφορετικά μοτίβα δόνησης»;
Οι φωνητικές χορδές δεν πάλλονται πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ο τρόπος δόνησης καθορίζει την ένταση, το ηχόχρωμα και το πόσο σταθερή είναι η μετάβαση από χαμηλές σε ψηλές νότες.
Για να το καταλάβουμε, μπορούμε να φανταστούμε τις φωνητικές χορδές σαν ένα σκοινί που τραβούν δύο διαφορετικές ομάδες μυών:
Η «Ομάδα Πάχυνσης» (TA – thyroarytenoid)
Κονταίνει και παχαίνει τις φωνητικές χορδές.
Παράγει έναν “γεμάτο”, δυνατό ήχο, κυρίως στις χαμηλές νότες. Όταν κυριαρχεί, έχουμε αυτό που ονομάζουμε στηθική φωνή.
Η «Ομάδα Τεντώματος» (CT – cricothyroid)
Επιμηκύνει και λεπταίνει τις φωνητικές χορδές.
Παράγει έναν “φωτεινό” ήχο, κυρίως στις ψηλές νότες. Όταν κυριαρχεί, έχουμε αυτό που ονομάζουμε κεφαλική φωνή.
Αυτές οι δύο μυϊκές ομάδες λειτουργούν σαν αγωνιστές και ανταγωνιστές.
Σε πολλές κινήσεις του σώματος, οι μύες λειτουργούν σε ζευγάρια, όπου η μία ομάδα ενεργοποιείται καθώς η άλλη χαλαρώνει. Αν η μετάβαση από τη μία ομάδα στην άλλη δεν γίνει ομαλά, εμφανίζεται αστάθεια.
📌 Σκέψου το τρέμουλο που νιώθεις όταν προσπαθείς να κατέβεις αργά σε ένα squat (ή ένα plié). Αν οι ανταγωνιστικοί μύες που σε στηρίζουν δεν συγχρονιστούν καλά, το σώμα σου αρχίζει να τρέμει στιγμιαία γιατί δεν υπάρχει σταθερή μετάβαση.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στη φωνή: αν οι TA μύες (που παχαίνουν τις φωνητικές χορδές) αφήσουν απότομα τον έλεγχο και οι CT (που τις τεντώνουν) δεν προλάβουν να αναλάβουν, η φωνή κάνει ένα ξαφνικό άλμα—το γνωστό voice break.
Στη φωνή όμως δεν είναι μόνο οι μύες—υπάρχει και η ροή του αέρα!!
Στη φωνή όμως υπάρχει και κάτι ακόμα: η ροή του αέρα. Οι φωνητικές χορδές πάλλονται παθητικά γιατί ο αέρας τις αναγκάζει να ανοίγουν και να κλείνουν (λέγεται φαινόμενο Bernoulli).
Αν οι μύες που τις ελέγχουν δεν ισορροπήσουν σωστά με τη ροή του αέρα, η δόνηση γίνεται ασταθής και… εκεί συμβαίνει το break!
📌 Σκέψου το σαν μια μικρή «αναταραχή» στον αέρα που κάνει τις χορδές να αλλάξουν ξαφνικά τρόπο δόνησης. Γι’ αυτό και πολλές φορές το voice break δεν έρχεται σταδιακά— συμβαίνει απότομα.
Τα breaks δεν είναι απλώς «προβλήματα» που πρέπει να εξαλειφθούν, αλλά και εργαλεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για καλλιτεχνική έκφραση.
Έχουν σημασία όλα αυτά;
Στην πραγματικότητα, όλα αυτά είναι μόνο η αρχή μιας πολύ μεγαλύτερης συζήτησης γύρω από τα ρεγκίστρα – μια συζήτηση γεμάτη διαφωνίες.
Οι ερευνητές χρησιμοποιούν διάφορους τρόπους για να τα περιγράψουν: από τη φυσική της φώνησης μέχρι την ψυχοακουστική αντίληψη.
Ανέφερα τα voice breaks, γιατί συχνά τα θεωρούμε όρια ανάμεσα στα ρεγκίστρα. Αλλά πόσο απόλυτα είναι αυτά τα όρια;
Οι διαφορές μεταξύ chest και head voice δεν είναι πάντα ξεκάθαρες – η φωνή δεν είναι χωρισμένη σε κουτάκια, είναι γεμάτη μεταβατικές περιοχές, μικρές αβεβαιότητες και απρόσμενες υβριδικές καταστάσεις. Ανάμεσα στις αντιθέσεις και τις αποχρώσεις, η φωνή αποκτά απρόσμενο ενδιαφέρον.
Προσπάθησα να μοιραστώ μαζί σας το γιατί θεωρώ σημαντικό να έχουμε μια σφαιρική προσέγγιση που να συνδυάζει την αισθητηριακή εμπειρία με την επιστημονική κατανόηση.
Ανοίγουμε έτσι νέους ορίζοντες σε αυτό το υπέροχο ταξίδι εξερεύνησης της φωνής μας!

Herbst, Christian T. ”Registers-The Snake Pit of Voice Pedagogy PART 1: PROPRIOCEPTION, PERCEPTION, AND LARYNGEAL MECHANISMS” Journal of Singing; Jacksonville Vol. 77, Iss. 2, (Nov/Dec 2020): 175-190
Σχολιάστε